Σάββατο 16 Αυγούστου 2025

Δάκρυς


Μεγάλο παλιό λαϊκό ελληνικό παραμύθι. Από τις διηγήσεις του πατέρα μου, όταν ήμουν μικρό παιδί. 
Φυσικά μπορεί να το συναντήσετε σε διάφορες άλλες παραλλαγές, καθώς τα λαϊκά παραμύθια διαφέρουν από τόπο σε τόπο.
Δάκρυς  
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πολύ καλή γυναίκα που ήταν χήρα. Ήταν όμως άτεκνη. Όσο ήταν παντρεμένη δεν μπόρεσε να αποκτήσει παιδί. Ο άντρας της πέθανε κι αυτή έμεινε ολομόναχη σαν καλαμιά στον κάμπο. Στεναχωριόταν πάρα πολύ, γι αυτό και κάθε μέρα προσευχόταν στο Θεό να της έδινε τουλάχιστον ένα παιδάκι.  
Ένα βράδυ εκεί που προσευχόταν εμφανίστηκε μπροστά της ένας κατάλευκος άγγελος. Στην αρχή η γυναίκα τρόμαξε. Ο άγγελος όμως της είπε πως δε χρειάζεται να φοβάται, γιατί ήρθε για καλό σκοπό. Της είπε λοιπόν πως αν θέλει να αποκτήσει παιδί, θα πρέπει για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες να κλαίει και με τα δάκρυά της να γεμίσει ένα ποτήρι. Την τεσσαρακοστή μέρα να πιει τα δάκρυά της και τότε θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει παιδί. 
Η γυναίκα παραξενεύτηκε πολύ μ’ αυτά που άκουσε, όμως σκέφτηκε πως δεν είχε να χάσει τίποτα αν δοκίμαζε να το κάνει. Έτσι λοιπόν άρχισε να κλαίει για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και να μαζεύει τα δάκρυά της. Την τεσσαρακοστή μέρα το ποτήρι είχε γεμίσει με δάκρυα. Η γυναίκα γεμάτη λαχτάρα και ελπίδα ήπιε το αλμυρό υγρό που μάζευε τόσες μέρες, με τόσο πόνο και κλάμα.  
Πράγματι μετά από λίγες μέρες διαπίστωσε πως η κοιλιά της άρχισε να φουσκώνει. Η γυναίκα πέταξε από τη χαρά της! Ευχαρίστησε το Θεό για την χάρη που της έκανε. Όμως μετά από  ένα- δύο μήνες διαπίστωσε πως η κοιλιά της μεγάλωνε με πολύ γρηγορότερο ρυθμό απ’ ότι στις άλλες έγκυες. Αυτό την ανησύχησε στην αρχή, αλλά μετά σκέφτηκε τον καλό άγγελο και πίστεψε πως δεν ήταν δυνατόν ο άγγελος να ήθελε να της κάνει κακό.  
Η γυναίκα λοιπόν στον πέμπτο μήνα γέννησε ένα πανέμορφο αγοράκι. Αν και λογικά ήταν πρόωρο, ωστόσο το αγοράκι ήταν ένα υγιέστατο και μεγάλο μωρό σαν ήταν κανονικό εννιαμηνήτικο και μάλιστα μεγάλο μωρό. Η γυναίκα πετούσε από τη χαρά της. Το όνειρό της είχε γίνει πραγματικότητα. Σκέφτηκε πως θα έπρεπε να δώσει και ένα όνομα στο όμορφο αγοράκι της. Αποφάσισε τελικά να το ονομάσει Δάκρυ γιατί στ’ αλήθεια αυτό το μωρό γεννήθηκε από τα δάκρυά της. Οι πρώτες μέρες κυλούσαν πολύ όμορφα. Το μωράκι ήταν ήσυχο και χαμογελαστό και η χήρα ζούσε τη μεγαλύτερη ευτυχία της ζωής της. Πολύ γρήγορα όμως η γυναίκα διαπίστωσε πως το πολύτιμο μωρό της δεν ήταν σαν τα άλλα μωρά. Μεγάλωνε πολύ πιο γρήγορα από τα άλλα μωρά. Ψήλωνε και αναπτυσσόταν μήνα στο μήνα και όχι χρόνο στο χρόνο όπως γινόταν με τα συνηθισμένα μωρά. Επίσης το μωρό της ήταν πάρα πολύ δυνατό. Τόσο, που μια μέρα, εκεί που μπουσουλούσε στην αυλή, βρήκε δυο μεγάλα φίδια και καθώς δεν ήξερε τι ήταν, τα έπιασε στα χέρια του γιατί νόμιζε πως ήταν παιχνίδια. Μα με τη δύναμη που τα έπιασε, τα έπνιξε.  
Στην αρχή η γυναίκα ανησύχησε βλέποντας τη γρήγορη ανάπτυξη του Δάκρυ. Στεναχωρήθηκε, γιατί σκέφτηκε πως ίσως ήταν άρρωστο το παιδί της ή ίσως θα της πέθαινε πολύ γρήγορα. Όμως η γυναίκα που ήταν πολύ πιστή, στο τέλος παρηγορήθηκε με τη σκέψη πως δε θα έπρεπε να ήταν αχάριστη απέναντι στο Θεό. Στην αρχή δεν είχε τίποτα και τώρα της χάρισε ο Θεός κάτι, αυτό το υπέροχο αγοράκι, τι να έκανε δηλαδή; Να έλεγε παρ’ το πίσω γιατί δεν είναι όπως θα το ήθελα; Θα ήταν αχαριστία και αμαρτία.  
Η γυναίκα συμβιβάστηκε στη σκέψη και βάλθηκε να κάνει το καλύτερο δυνατό για το αγοράκι της, για όσο θα το είχε κοντά της. Έτσι του μάθαινε καλούς τρόπους, να αγαπάει το καλό και το δίκαιο, να είναι ήρεμο και καλόψυχο.  
Ο Δάκρυς όμως μεγάλωνε πολύ γρήγορα. Γρήγορα έμαθε να περπατά και να μιλά. Σε ηλικία τριών χρονών φαινόταν σαν να ήταν σε ηλικία να πάει σχολείο. Έτσι η μητέρα του πήγε και τον έγραψε στο σχολείο.  
Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά στο σχολείο. Ο Δάκρυς ήταν ένα όμορφο καλό και ευγενικό παιδί. Στο σχολείο ήταν το πιο δυνατό, το πιο έξυπνο και το πιο καλό παιδί. Βοηθούσε το δάσκαλο σε όλες τις δουλειές του σχολείου. Όμως καθώς ο καιρός άρχισε να περνά, γρήγορα οι συμμαθητές του διαπίστωσαν πως ο Δάκρυς μεγάλωνε πιο γρήγορα απ’ αυτούς. Άρχισαν λοιπόν να τον φοβούνται, να τον ζηλεύουν και να τον κοροϊδεύουν. Να του λένε πως είναι γίγαντας, πως είναι μαγεμένος, πως είναι τέρας και διάφορα άλλα. Ο Δάκρυς στεναχωριόταν πολύ με όλα αυτά που άκουγε. Τα έλεγε στη μάνα του, μα αυτή του έλεγε να μη δίνει σημασία σ’ αυτά που του λένε τα παιδιά. Τον παρηγορούσε και του έλεγε πως δεν είναι μαγεμένος, μα ευλογημένος. Μα ο Δάκρυς δεν έπαυε να είναι ακόμη παιδί. 
Κάποια μέρα τα παιδιά στο σχολείο συνεννοήθηκαν να του επιτεθούν όλα μαζί. Να τον πιάσουν, να τον δέσουν και να τον δείρουν για να του δείξουν πως κι αυτά είναι δυνατά. Έτσι έκαναν.  
Ο Δάκρυς στην αρχή τα παρακαλούσε να τον αφήσουν ήσυχο. Τους έλεγε πως τ’ αγαπά, πως δεν θέλει να τους κάνει κακό, ούτε και θέλει να τους κάνει τον έξυπνο. Όμως αυτά δεν άκουγαν τίποτα. Πήραν σκοινιά και τον έδεσαν. Μετά άρχισαν να τον κλωτσάνε και να τον κοροϊδεύουν. Σε κάποια στιγμή όμως κάποιο παιδί φώναξε πως η μάνα του Δάκρυ είναι μάγισσα και πατέρας του Δάκρυ είναι ο διάβολος. Τότε ο Δάκρυς θύμωσε πολύ. Σφίχτηκε, φούσκωσε και έκοψε τα σκοινιά. Κυνήγησε έπιασε τα παιδιά και άρχισε να τα δέρνει. Ο δάσκαλος που άκουσε τη φασαρία βγήκε έξω να δει τι γίνεται. Έτρεξε να χωρίσει τα παιδιά μα φώναξε και αυτός στον Δάκρυ «Τι διάβολος μπήκε μέσα σου;». Ο Δάκρυς θύμωσε και με το δάσκαλο και τον έδειρε κι αυτόν. Μετά έφυγε τρέχοντας και γύρισε στο σπίτι του. Είπε στη μητέρα του όλα όσα έγιναν στο σχολείο. 
Η μητέρα του στεναχωρήθηκε πολύ. Ο Δάκρυς της είπε όμως: 
-Μάνα μη στεναχωριέσαι για μένα. Το πήρα απόφαση. Θα φύγω από το σπίτι. Θα φύγω από το χωριό.  
Η μάνα μόλις το άκουσε αυτό στεναχωρήθηκε και κλαίγοντας πικρά του είπε: 
-Μη βρε αγόρι μου! Μη φεύγεις δε με σκέφτεσαι εμένα που θα μείνω πάλι μόνη μου; Κι έπειτα είσαι ακόμη πολύ μικρός σε ηλικία. Μη κοιτάς το μπόι σου και τη δύναμή σου! 
-Μάνα για μένα μη στεναχωριέσαι που είμαι μικρός σε ηλικία. Ήσουν τόσο καλή μάνα που μέσα σε λίγα χρόνια μου έμαθες όλα εκείνα που μαθαίνουν οι μανάδες στα παιδιά τους μέσα σε πολλά χρόνια. Γνώσεις για τη ζωή δε μου λείπουν. Μου τις έμαθες εσύ με το παραπάνω. Βέβαια γράμματα δεν μπόρεσα να μάθω πολλά, γιατί λίγο καιρό πρόλαβα να πάω στο σχολείο. Δεν πειράζει όμως. Έμαθα τα πρώτα τα απαραίτητα. Μπορώ να τα καταφέρω στη ζωή και χωρίς πολλά γράμματα. Δυνατός είμαι θα δουλέψω και θα τα καταφέρω. Καταλαβαίνεις όμως πως μετά από αυτό που έκανα στους συμμαθητές μου και στο δάσκαλό μου, αν μείνω στο χωριό δε θα με αφήσουν σε ησυχία. Πάντα θα με βλέπουν περίεργα και θα με θεωρούν τέρας. Δε θα αφήσουν σε ησυχία ούτε εμένα ούτε κι εσένα. Για σένα βέβαια που θα μείνεις μόνη σου πολύ στεναχωριέμαι. Όμως ελπίζω να σε φυλάει ο άγγελος που μου έλεγες, μέχρι να γυρίσω να σε πάρω κοντά μου. Γιατί μάνα δεν θα σε αφήσω για πάντα μόνη σου. Θα βρω ένα μέρος καλό και ασφαλές και για μένα και για σένα και θα έρθω να σε πάρω κοντά μου. 
Η μάνα του Δάκρυ που ήταν λογική και θεοσεβούμενη γυναίκα, κατάλαβε πως ο γιος της είχε δίκιο. Έκανε λοιπόν την καρδιά της πέτρα κι ετοίμασε στον μονάκριβο και πολυαγαπημένο της γιο μερικά απαραίτητα πράγματα για να τα πάρει μαζί του. Του έβαλε φαγητό και νερό, του έδωσε ό,τι οικονομίες είχε για να τα βγάλει πέρα τον πρώτο καιρό στο ταξίδι του, τον φίλησε, τον σταύρωσε και τον αποχαιρέτησε με δάκρυα στα μάτια: 
-Δάκρυ μου ο Θεός να σε φυλάει. Μέρα νύχτα θα προσεύχομαι για σένα. Κακό να μην κάνεις στους ανθρώπους, μόνο καλό να κάνεις κι ο Θεός θα σε βοηθά και θα σε προστατεύει.  
- Έχε γεια μάνα! Θα κάνω όπως μου είπες και να θυμάσαι πως σύντομα θα γυρίσω να σε πάρω! είπε ο Δάκρυς και  χαιρέτησε τη μάνα του συγκινημένος. 
Ο Δάκρυς πήρε το δρόμο προς το άγνωστο. Περπάτησε αρκετές μέρες και απομακρύνθηκε από τα κοντινά χωριά, όπου θα μπορούσαν να τον βρουν και να τον αναγνωρίσουν οι χωριανοί του. Κάποτε όμως του τέλειωσε το νερό που κουβαλούσε μαζί του. Έτσι έπρεπε να ξαναγεμίσει το ασκί του με νερό αλλά και να προμηθευτεί λίγα  τρόφιμα ακόμη για να μπορεί να συνεχίσει το ταξίδι του.  
Στο πρώτο χωριό που συνάντησε λοιπόν μπήκε μέσα και έψαξε να βρει τη βρύση του χωριού. Σαν έφτασε στη βρύση, είδε μια γριούλα με το σταμνί της να το γεμίζει νερό. 
Εκείνη τη στιγμή όμως πέρασε ένας μεθυσμένος στρατιώτης με το άλογό του. Σταμάτησε είδε τη γριά και της άρπαξε το σταμνί για να πιεί νερό. Όμως καθώς ήταν μεθυσμένος ετοιμάστηκε να πετάξει το σταμνί για να το σπάσει. Η καημένη η φτωχιά γριούλα έβαλε τις φωνές. Ο Δάκρυς όμως πρόλαβε και έπιασε το σταμνί και το έσωσε. Μετά μάλωσε τον μεθυσμένο στρατιώτη και μαζί με το άλογό του τον άρπαξε και τον πέταξε μακριά. Ο στρατιώτης φοβήθηκε τόσο πολύ που το έβαλε  στα πόδια. Η γριούλα τότε ευχαρίστησε τον Δάκρυ. Ο Δάκρυς όμως που την λυπήθηκε της είπε: 
-Έλα γιαγιά εγώ θα σε πάω στο σπίτι σου και θα σου φέρω και το νερό για να μην κουράζεσαι στην ηλικία που είσαι.  
Μόλις φτάσανε στο σπίτι η γιαγιά ευχαρίστησε τον Δάκρυ και του είπε: 
-Παλικάρι μου την ευχή μου να έχεις! Δεν έχω ξαναδεί τόσο γενναίο και καλόψυχο και δυνατό παλληκάρι. Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου αυτό το φυλαχτό να σε φυλάει στα δύσκολα. Καθώς θα φεύγεις από το χωριό θα χρειαστεί να περάσεις από το δάσος της αδερφής μου. Όταν θα μπεις εκεί να πας στο σπίτι της και να της δείξεις το φυλαχτό που σού ‘δωσα και κανείς δε θα σε πειράξει. 
Ο Δάκρυς πήρε το φυλαχτό χαιρέτησε ευγενικά τη γριούλα, ξαναγύρισε στη βρύση, γέμισε το ασκί του με νερό και συνέχισε το ταξίδι του. Πραγματικά μόλις βγήκε από το χωριό βρέθηκε σε ένα πυκνό και τρομακτικό δάσος. Ατρόμητος καθώς ήταν, παρ’ όλο που άκουγε κάτι τρομακτικούς βρυχηθμούς, συνέχισε τον δρόμο του. Κάποτε έφτασε μπροστά σε ένα τεράστιο σπίτι. Θυμήθηκε τα λόγια της γριούλας. Χτύπησε την πόρτα και σε λίγο του άνοιξε μια γριά που έμοιαζε με την προηγούμενη, μόνο που αυτή ήταν τεράστια. Μόλις τον είδε αυτή αγρίεψε, όμως ο Δάκρυς έβγαλε και της έδειξε το φυλαχτό. Αμέσως αυτή κατάλαβε πως τον έστειλε η αδελφή της. Τον έμπασε μέσα γρήγορα γρήγορα και τον έβαλε να καθίσει σε μια τεράστια καρέκλα. Ο Δάκρυς κοίταξε γύρω του το σπίτι ξαφνιασμένος. Τα πάντα μέσα σ’ αυτό το σπίτι ήταν τεράστια! Σε μια γωνιά είχε ένα τεράστιο τζάκι και πάνω στη φωτιά ένα τεράστιο καζάνι. Η γριά έτρεξε προς το καζάνι πήρε μια τεράστια κουτάλα και άρχισε να ανακατεύει το φαγητό που έβραζε.  
Καθώς ανακάτευε, γύρισε, τον κοίταξε και είπε: 
-Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε με ‘σένα και την αδελφή μου, αλλά για να σε έστειλε εδώ με το φυλαχτό θα έχει μεγάλη εμπιστοσύνη στη δύναμή σου. Άκου παλληκάρι μου να σου πω, τα παιδιά μου είναι γίγαντες. Δώδεκα τεράστιοι γίγαντες. Να, κι εγώ τώρα εδώ μέσα στο καζάνι, τους μαγειρεύω για να φάνε μερικά ζαρκάδια και αγριογούρουνα. Τρώνε πάρα πολύ. Είναι όμως και άγριοι και καμιά φορά θυμώνουν και τρώνε και ανθρώπους. Δεν ξέρω… άμα σε δούνε και είναι πολύ πεινασμένοι, μπορεί να σε φάνε κι εσένα. Ή αν στο κυνήγι σήμερα δεν κατάφεραν να πιάσουν αρκετά ζώα, μπορεί για αύριο να μου ζητήσουν να μαγειρέψω εσένα. Αχ! Όμως πρέπει να βάλω ξύλα στη φωτιά και δεν μπορώ να κατεβάσω αυτό το τεράστιο καζάνι από τη φωτιά. Θα ‘ρθούνε και το φαγητό δεν θα είναι έτοιμο και τι θα κάνω δεν ξέρω! 
Τότε ο Δάκρυς της είπε: 
-Μη σκας γι αυτό θα το κατεβάσω εγώ από τη φωτιά για να βάλεις ξύλα! 
Πήρε κάτι τσουβάλια που είχε εκεί κοντά και με αυτά έπιασε το καζάνι για να μην καεί. Το άρπαξε με μιας και το σήκωσε. Η γριά μόλις το είδε αυτό ξαφνιάστηκε. 
-Τι λες βρε παιδί μου; Του λέει. Τώρα κατάλαβα γιατί σε έστειλε η αδελφή μου εδώ. 
Τα δικά μου τα παιδιά οι γίγαντες έξι μαζί το πιάνουν το καζάνι για να το σηκώσουν. Κι εσύ μονάχος σου το σήκωσες. Δεν έχω ξαναδεί τόσο δυνατό άνθρωπο. 
Ο Δάκρυς τη βοήθησε να κουβαλήσει και να βάλει ξύλα στη φωτιά. Μετά έβαλε πάλι το καζάνι στη φωτιά κι έπειτα έκατσαν και πιάσανε την κουβέντα κι ο Δάκρυς της διηγήθηκε την ιστορία του. Σε λίγη ώρα ακούστηκαν ποδοβολητά. Ήρθαν οι γιοι της γριάς. Η γριά έτρεξε να τους ανοίξει την πόρτα και πριν να μπουν μέσα τους είπε: 
-Παιδιά μου τώρα που θα μπείτε μέσα θα δείτε έναν άνθρωπο. Μη νομίζετε όμως πως είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Αυτός μόνος του είναι πιο δυνατός απ’ όλους εσάς μαζί. Μόνος του σήκωσε το καζάνι για να καταλάβετε. Γι αυτό να του φερθείτε όμορφα και ευγενικά και να μην τον αγριέψετε.  
Οι γίγαντες μπήκαν μέσα καλωσόρισαν τον Δάκρυ και κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι να φάνε. Πέρασαν όμορφα μαζί όλο το βράδυ. Την άλλη μέρα ο Δάκρυς τους ευχαρίστησε για την φιλοξενία και ξεκίνησε να φύγει. Όμως πριν να φύγει η γριά τον φώναξε και του λέει: 
-Δάκρυ παλληκάρι μου, είδα πως είσαι πολύ καλό παιδί και πολύ δυνατό, γι αυτό θα σου κάνω ένα δώρο. Τον βλέπεις αυτόν τον γκιουλέ ; Είναι ένα βλήμα για όπλο. Όμως δεν είναι ένας συνηθισμένος γκιουλές. Ήταν του άντρα μου του συχωρεμένου. Όμως αν και το βλέπεις μικρό σαν μπάλα, είναι τόσο βαρύ που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να το σηκώσει. Ούτε οι γιοί μου μπορούν να το σηκώσουν. Όμως νομίζω πως εσύ μπορείς. Αν μπορείς λοιπόν, παρ’ το για δικό σου. Στο χαρίζω για να μας θυμάσαι αλλά και για να σε προστατεύει από κινδύνους. 
Ο Δάκρυς έπιασε τον γκιουλέ και τον σήκωσε σαν να ήταν μια απλή μπάλα. Ευχαρίστησε την γριά και τον έβαλε στο ζωνάρι του. Η γριά που θαύμασε την δύναμή του, του έδωσε και τρόφιμα για τον δρόμο και τον αποχαιρέτησε. 
Ο Δάκρυς βγήκε από το δάσος περπάτησε μερικές μέρες ακόμη μέχρι που του τέλειωσαν τα τρόφιμα και το νερό. Τότε βρέθηκε κοντά σε ένα χωριό. Σκέφτηκε λοιπόν να πάει σ΄ αυτό το χωριό να ζητήσει δουλειά για να βγάλει λίγα λεφτά και να πάρει τρόφιμα για να συνεχίσει το ταξίδι του.  
Εκεί λοιπόν σ΄ αυτό το χωριό του είπαν πως υπήρχε ένας σιδεράς που χρειάζονταν βοηθό. Πήγε λοιπόν ο Δάκρυς και έπιασε δουλειά σ΄ αυτόν. Έκανε όμως συμφωνία με τον σιδερά να μην τον πληρώνει κάθε μέρα, αλλά στο τέλος του μήνα να του δώσει τα λεφτά του μαζεμένα για να μπορέσει να αγοράσει τα απαραίτητα και να συνεχίσει το ταξίδι του. Όμως ο παμπόνηρος σιδεράς σκόπευε να τον ξεγελάσει τον Δάκρυ και να μην του δώσει τα λεφτά που του υποσχέθηκε.  
Πέρασε έτσι ένας μήνας και ο Δάκρυς όπως ήταν και πολύ δυνατός έβγαζε πολύ περισσότερη δουλειά απ’ όση θα έβγαζαν δώδεκα σιδεράδες μαζί. Ο σιδεράς το έβλεπε αυτό και σκεφτόταν συνέχεια, πώς θα γίνει να τον κρατήσει για πάντα στην δούλεψή του. Πάνω όμως που πλησίαζε στο τέλος του ο μήνας, μαθεύτηκε στα τριγύρω μέρη, πως σ’ αυτό το σιδεράδικο έβγαζαν πολλά σπαθιά και μαζεύτηκε πολύς πλούτος. Έτσι λοιπόν ένα βράδυ πήγαν κάποιοι κλέφτες. Μπήκαν στο σιδεράδικο, έπιασαν τον σιδερά και ήταν έτοιμοι να τον σκοτώσουν και να κλέψουν ό,τι έχει και δεν έχει. Όμως εκείνη την στιγμή μπήκε ο Δάκρυς. Μόλις τους είδε, πέταξε επάνω τους τον γκιουλέ και τους δυο τους άφησε στον τόπο. Άρπαξε ένα από τα σπαθιά και έτρεξε επάνω στους άλλους. Εκείνοι όμως, μόλις είδαν τη δύναμή του φοβήθηκαν και έτρεξαν να φύγουν. Τότε ο Δάκρυς ελευθέρωσε τον σιδερά. Ο σιδεράς που είδε όλα αυτά φοβήθηκε. Έδωσε στον Δάκρυ τα λεφτά που του χρωστούσε, του χάρισε και το σπαθί και τον ευχαρίστησε που τον έσωσε. 
Ο Δάκρυς αγόρασε με τα χρήματα ό,τι χρειαζόταν και συνέχισε το ταξίδι του. Περπάτησε αρκετές μέρες και όταν τελείωσαν τα χρήματά του, πήγε στο πρώτο χωριό που βρέθηκε μπροστά του και ζήτησε δουλειά. Εκεί του είπαν πως ο παπάς του χωριού είχε ένα κοπάδι πρόβατα και χρειαζόταν έναν τσοπάνη. Πήγε λοιπόν ο Δάκρυς και ζήτησε δουλειά από τον παπά. Ο παπάς τον καλοδέχτηκε. Κάνανε συμφωνία να μένει στο σπίτι του παπά και να τρώει μαζί τους. Στο τέλος του μήνα θα τον πληρώνανε. Τον συμβούλεψαν όμως, να μην πάει ποτέ να βοσκήσει το κοπάδι στο δάσος, γιατί του είπαν πως εκεί υπήρχε ένα θεριό. Μια γουρούνα τεράστια, που έτρωγε όποιο κοπάδι πήγαινε εκεί, μαζί με τον τσοπάνη.  
Ο Δάκρυς δέχτηκε ευχαρίστως τη δουλειά και από την επόμενη μέρα ξεκίνησε. Ο παπάς είχε και μια όμορφη κόρη, μια παπαδοπούλα. Το πρωί του ετοίμαζε πρωινό και του έβαζε μαζί του ψωμί και νερό. Ο Δάκρυς έπαιρνε το κοπάδι και το πήγαινε στα λιβάδια γύρω από το χωριό και το έβοσκε. Είχε και μια φλογέρα και καθόταν κάτω από τα δέντρα και έπαιζε μουσική. Το βραδάκι γυρνούσε τα πρόβατα στη στάνη, τα άρμεγε και πήγαινε να κοιμηθεί. Η δουλειά ήταν πολύ ξεκούραστη, όμως έβλεπε πως τα πρόβατα μέρα με τη μέρα έβγαζαν λιγότερο γάλα, γιατί η βοσκή στα λιβάδια λιγόστευε. Δεν μπορούσε όμως με τη δύναμή του να κάνει κάτι για να το αλλάξει αυτό. Ένα πρωί λοιπόν σκέφτηκε να πάρει το κοπάδι και να το πάει στο απαγορευμένο δάσος. Έτσι κι έκανε. Δεν είπε όμως τίποτα ούτε στον παπά, ούτε στην παπαδοπούλα.  
Σαν έφτασε στο δάσος, θαύμασε την πλούσια βοσκή που είχε. Στο δάσος δεν πήγαινε κανένας το κοπάδι του, γιατί φοβούνταν τη γουρούνα. Έτσι είχε τόση άφθονη βοσκή, που ούτε να τη φανταστείς μπορούσες. Τα πρόβατα ευτυχισμένα έβοσκαν την παχιά βοσκή κι ο Δάκρυς κάθισε κάτω από ένα δέντρο κι έπαιζε την φλογέρα του.  
Κατά το μεσημέρι όμως, άκουσε το έδαφος να τραντάζεται και ένα μουγκρητό φοβερό, να του τρυπάει τα αυτιά. Τα πρόβατα τρόμαξαν και μαζεύτηκαν όλα μαζί σε μια άκρη. Σε λίγο εμφανίστηκε μια γουρούνα τεράστια και τρομερή που μιλούσε με ανθρώπινη φωνή. Ο Δάκρυς όμως δεν ταράχτηκε. Το θεριό αμέσως κατάλαβε πως δεν είχε να κάνει με απλό άνθρωπο. Τον κοίταξε λοιπόν και είπε: 
-Ας είχα ένα πρόβατο να φάω και θα σ’ έφτιαχνα χίλια κομμάτια.  
Ο Δάκρυς σηκώθηκε όρθιος το κοίταξε και είπε: 
-Ας είχα μια λειτουργιά και λίγο κρασί και θα σ’ έφτιαχνα δέκα χιλιάδες κομμάτια. 
Το θεριό χωρίς να κάνει τίποτε άλλο, έφυγε ήσυχα και χάθηκε μέσα στο δάσος. Ο Δάκρυς γύρισε το βράδυ στο σπίτι, με το κοπάδι σώο και άρχισε να αρμέγει τα ζώα. Όμως τα ζώα που είχαν καλοφάει, έβγαζαν τόσο πολύ γάλα, που γέμισαν όλα τα δοχεία. Ο παπάς και η παπαδοπούλα απόρησαν. Τον ρώτησαν πού πήγε τα πρόβατα να τα βοσκήσει, αλλά ο Δάκρυς τους είπε πως είναι μυστικό. 
Την επόμενη μέρα έγινε ξανά το ίδιο σκηνικό. Το βράδυ ο παπάς τον ρώτησε τον Δάκρυ: 
-Δάκρυ δεν πιστεύω να πηγαίνεις τα πρόβατα στο δάσος; Θα σε φάει το θεριό και ‘σένα και τα ζώα. 
Ο Δάκρυς όμως του είπε να του έχει εμπιστοσύνη και να μην ανησυχεί.  
Ο παπάς που ήταν ανήσυχος, έπιασε την παπαδοπούλα και της είπε την επόμενη μέρα, να παρακολουθήσει κρυφά τον Δάκρυ, για να μάθουν πού βόσκει τα πρόβατα και βγάζουν τόσο πολύ γάλα.  
Έτσι κι έγινε. Όταν η παπαδοπούλα όμως είδε τον Δάκρυ να μπαίνει στο απαγορευμένο δάσος, φοβήθηκε στην αρχή να ακολουθήσει. Παρ’ όλα αυτά, πήρε την απόφαση τελικά να μπει στο δάσος. 
Το μεσημέρι είδε τη σκηνή με το θεριό και κατατρόμαξε. Κόντεψε να λιποθυμήσει, όμως κρατήθηκε. Μόλις βεβαιώθηκε πως το θεριό έφυγε, έτρεξε γρήγορα στον μπαμπά της και του διηγήθηκε όλα όσα είδε. Ο παπάς στην αρχή τρόμαξε με όλα όσα άκουσε. Θύμωσε και ήθελε να μαλώσει τον Δάκρυ. Έπειτα όμως σκέφτηκε, πως για να μην επιτεθεί το θεριό στον Δάκρυ, μάλλον φαίνεται πως τον φοβόταν. Έτσι συμβούλεψε την παπαδοπούλα, την επόμενη μέρα να πάρει μαζί της μια λειτουργιά και κρασί. Να ακολουθήσει πάλι τον Δάκρυ και όταν θα εμφανιστεί η γουρούνα, να πει στον Δάκρυ να δώσει μια προβατίνα, να τη φάει το θεριό. Στον Δάκρυ να δώσει την λειτουργιά και το κρασί.  
Την επόμενη μέρα λοιπόν έτσι ακριβώς έγινε.  
Κατά το μεσημέρι εμφανίστηκε η γουρούνα και είπε: 
-Ας είχα ένα πρόβατο να φάω και θα σ’ έφτιαχνα χίλια κομμάτια.  
Ο Δάκρυς σηκώθηκε όρθιος την κοίταξε και είπε: 
 
Ας είχα μια λειτουργιά και λίγο κρασί και θα σ’ έφτιαχνα δέκα χιλιάδες κομμάτια. 
Τότε εμφανίστηκε η παπαδοπούλα που ήταν κρυμμένη πίσω από κάτι θάμνους και είπε: 
-Δάκρυ δώσε στην γουρούνα μια προβατίνα να φάει και πάρε κι εσύ μια λειτουργιά και κρασί. 
Ο Δάκρυς ξαφνιάστηκε στην αρχή, όμως μετά χάρηκε. Είπε λοιπόν στη γουρούνα να διαλέξει μια προβατίνα, όποια θέλει και να τη φάει. Μόλις όμως τελειώσουν το φαγητό τους και οι δυο, θα παλέψουν. Έτσι κι έγινε. Κάθισαν έφαγαν και οι δυο και μόλις τελείωσαν, σηκώθηκαν και στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον. Σε λίγο όρμησε η γουρούνα στον Δάκρυ. Ο Δάκρυς την άρπαξε από τον λαιμό. Ξεκίνησε μια πάλη φοβερή. Η γη τραντάζονταν και τα φύλλα έπεφταν από τα δέντρα. Η παπαδοπούλα κατατρόμαξε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Όμως τα γόνατά της είχαν κοπεί από τον φόβο και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο καθόταν στην άκρη και κοίταζε. 
Η πάλη ήταν φοβερή και κράτησε ώρα πολύ. Σε κάποια στιγμή όμως ο Δάκρυς κυλίστηκε στα χόρτα, ξέφυγε από την γουρούνα, σηκώθηκε γρήγορα, άρπαξε τον γκιουλέ από το ζωνάρι του και τον πέταξε στο κεφάλι του θεριού. Ο γκιουλές ήταν τόσο βαρύς, που μόλις χτύπησε την γουρούνα στο μέτωπο, την άφησε στον τόπο. Τότε έτρεξε ο Δάκρυς, πήρε τον γκιουλέ, τον ξανάβαλε στη θέση του, άρπαξε τη σπάθα και έκοψε το κεφάλι του θεριού. Το φορτώθηκε στην πλάτη του και λέει στην παπαδοπούλα: 
-Έλα, παπαδοκόρη, βοήθα να μαζέψουμε το κοπάδι και να γυρίσουμε στο σπίτι. Τα ζώα βόσκησαν πολύ. Από εδώ και μπρος τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια είναι ελεύθερα και θα μπορείτε όλοι οι χωριανοί να βόσκετε ελεύθερα τα ζώα σας. 
Έτσι κι έκαναν λοιπόν. Μάζεψαν τα ζώα, φορτώθηκε ο Δάκρυς το κεφάλι του θεριού και ξεκίνησαν για το χωριό. Η παπαδοπούλα σχεδόν είχε χάσει τη μιλιά της. Έβλεπε και ξανάβλεπε το κεφάλι του θεριού κρεμασμένο στην πλάτη του Δάκρυ και απορούσε. Το κεφάλι μόνο, ήταν όσο το μπόι του Δάκρυ. Πώς τα κατάφερε να παλέψει με ένα τέτοιο θεριό; Δεν πρέπει να ήταν άνθρωπος αυτός. Και πώς μπορούσε τόσο βαρύ πράμα να το κουβαλά; Η παπαδοπούλα άρχισε να νιώθει από τη μια χαρά, που απαλλάχτηκαν επιτέλους από το θεριό που φοβέριζε όλο το χωριό τους, αλλά και από την άλλη φόβο γι’ αυτόν τον απίστευτα δυνατό νεαρό.  
Σαν έφτασαν στο χωριό και αντίκρισαν οι πρώτοι χωριανοί το θέαμα του κρεμασμένου κεφαλιού, άρχισαν να φωνάζουν ξαφνιασμένοι και τρομαγμένοι. Γρήγορα μαζεύτηκε όλο το χωριό στην πλατεία να δει το απίστευτο θέαμα. Μαζί και ο παπάς. Όλοι ρωτούσαν να μάθουν πώς έγινε το απίστευτο γεγονός. Ο Δάκρυς δεν μιλούσε, μόνο κοίταζε χαμογελώντας, τους χαρούμενους ανθρώπους. Η παπαδοπούλα έλεγε και ξανάλεγε τα όσα είχε δει, όσα είχε κάνει και όσα είχε ακούσει, τόσες φορές, ώστε να τα ακούσει και ο τελευταίος χωριανός. 
Οι κάτοικοι του χωριού δεν ήξεραν πώς να τον ευχαριστήσουν τον Δάκρυ. Έστησαν γλέντι μεγάλο, στο χωριό, προς τιμήν του Δάκρυ. Έβαλαν στο κέντρο της πλατείας το κεφάλι του θεριού και χόρευαν όλοι γύρω απ’ αυτό. Το κοίταζαν και το ξανακοίταζαν και δεν πίστευαν, πως επιτέλους γλίτωσαν απ’ αυτό. 
Κάποιοι χωριανοί ζήτησαν από τον Δάκρυ να τον κάνουν αρχηγό τους. Άλλοι είπαν να τον κάνουν αρχηγό όλης της περιοχής, ο παπάς του πρότεινε να τον παντρέψει με την όμορφη παπαδοπούλα του.  
Ο Δάκρυς ευχαρίστησε όλους τους χωριανούς, για την τιμή που του κάνανε και ιδιαίτερα τον παπά. Είπε όμως, πως δεν είναι ακόμη σε ηλικία γάμου και καλύτερα θα ήταν η παπαδοπούλα να παντρευόταν κάποιο παλικάρι που θα το αγαπούσε και δε θα το φοβόταν, όπως φοβόταν αυτόν. Τους είπε ακόμη, πως σκοπός του ήταν να συνεχίσει το ταξίδι του στον κόσμο, για να γνωρίσει και άλλους τόπους και άλλους ανθρώπους και να δει, αν υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι περίεργοι σαν και αυτόν. 
Οι χωρικοί τον παρακάλεσαν πολύ να μείνει μαζί τους, μα ο Δάκρυς ήταν ανένδοτος. Αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν πια να τον πείσουν, του δώσανε άφθονα πράγματα για το ταξίδι του και χρήματα. Του είπαν πως στο χωριό τους θα είναι πάντα καλοδεχούμενος και πως θα μείνει στην ιστορία τους.  
Την επόμενη μέρα, ο Δάκρυς ξεκίνησε τον δρόμο του, φορτωμένος με όλα τα καλά. Οι χωρικοί γεμάτοι χαρά, πήραν τα κοπάδια τους, να τα βοσκήσουν στα τρυφερά και πλούσια λιβάδια, που τόσα χρόνια τα φύλαγε το θεριό. 
Περπάτησε ο Δάκρυς μέρες πολλές και κάποτε έφτασε μπροστά σε ένα ποτάμι τεράστιο. Τα νερά του ήταν φουσκωμένα και αγριεμένα. Ήταν τόσο φαρδύ λες και ήταν θάλασσα. Τώρα όμως δεν μπορούσε να περάσει απέναντι, για να συνεχίσει το ταξίδι του. Τόσο μεγάλο και αγριεμένο ποτάμι, ήταν αδύνατο να το περάσει κανείς κολυμπώντας. Σκέφτηκε, πως ίσως να υπήρχε κάπου γέφυρα ή να υπήρχε κάποιος τρόπος για να το περάσεις. Άρχισε λοιπόν να περπατά πλάι στις όχθες του ποταμού και κόντρα στο ρεύμα του ποταμού ελπίζοντας να βρει κανέναν άνθρωπο για να ρωτήσει.  
Πράγματι μετά από αρκετές ώρες συνάντησε έναν ξυλοκόπο.  
-Γεια σου βρε πατριώτη, του λέει. Δεν υπάρχει κανένας  τρόπος να περάσω απέναντι σ’ αυτό το τεράστιο ποτάμι; 
-Γεια σου και σένα ξένε! Δεν είσαι από τα μέρη μας φαίνεται. Το ποτάμι αυτό το λένε Δούναβη και εδώ στα μέρη μας είναι τόσο φαρδύ, που δεν μπορούμε να στήσουμε γέφυρες. Περνάμε απέναντι με καράβια. Αλλά τέτοιες μέρες, που είναι αγριεμένο και φουσκωμένο, ούτε και καράβια μπορούν να το διασχίσουν. Απάντησε ο περαστικός ξυλοκόπος. 
-Και τι κάνετε τότε; Περιμένετε πότε θα ημερέψει το ποτάμι; 
 Ναι! Αλλά άμα δεν βαριέσαι να περπατήσεις καμιά μέρα δρόμο, έχει παρακάτω έναν περίεργο άνθρωπο, που κάνει το μουστάκι του γέφυρα, για να περνάνε οι διαβάτες. 
-Μα τι είναι αυτά που μου λες; Γίνονται τέτοια πράγματα; Απάντησε έκπληκτος ο Δάκρυς.  
-Άμα δεν πιστεύεις, συνέχισε τον δρόμο σου πλάι στο ποτάμι και θα τον βρεις. Βασίλειο τον λένε. Έτσι θα δεις με τα μάτια σου, αν σου λέω αλήθεια, είπε ο ξυλοκόπος. 
Ο Δάκρυς ευχαρίστησε τον ξυλοκόπο και αποφάσισε να πάει να βρει αυτόν τον περίεργο άνθρωπο. Σκέφτηκε, πως αν πράγματι τον έβρισκε, τότε θα ένιωθε πιο ήσυχος, γιατί θα έβρισκε και άλλον άνθρωπο με περίεργες δυνάμεις. Δεν θα ένιωθε πως μόνο αυτός, ήταν τόσο αλλόκοτος άνθρωπος. 
Πράγματι περπάτησε μια ολόκληρη μέρα, πλάι στην όχθη του ποταμού και κάποια στιγμή είδε από μακριά έναν άντρα με μεγάλο μουστάκι, να κάθεται κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, δίπλα στο ποτάμι. 
Τον πλησίασε ο Δάκρυς, τον χαιρέτισε ευγενικά και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να τον βοηθήσει, να περάσει απέναντι.  
Ο άνθρωπος προθυμοποιήθηκε αμέσως, να τον περάσει απέναντι. Μάλιστα είπε πως δεν ζητούσε κανένα αντάλλαγμα παρά μόνο λίγο φαγητό. Έκανε μια απότομη κίνηση στο κεφάλι του και το μουστάκι έγινε ξαφνικά μια τεράστια γέφυρα, που έφτανε στην απέναντι όχθη του ποταμού. Φώναξε λοιπόν στον Δάκρυ, να ανέβει γρήγορα επάνω και να περάσει απέναντι. 
Ο Δάκρυς ξαφνιάστηκε. Σκαρφάλωσε στην τριχωτή γέφυρα και ετοιμάστηκε να περάσει απέναντι. Προχώρησε μερικά βήματα πάνω στην παράξενη γέφυρα και μετά γύρισε πίσω. Κατέβηκε, χτύπησε στην πλάτη τον Βασίλειο και του είπε: 
-Βρε Βασίλειε, πολύ χάρηκα που σε γνώρισα! Μέχρι τώρα νόμιζα πως μόνο εγώ έχω παράξενες ικανότητες. Τώρα όμως που σε είδα, κατάλαβα, πως στον κόσμο μπορείς να βρεις πολύ παράξενους ανθρώπους τελικά. Όμως, εσύ, σε όλη τη ζωή σου εδώ κάθεσαι;  
-Ναι, απάντησε ο Βασίλειος. Εδώ κάθομαι, μα γνωρίζω πολύ κόσμο. Οι ταξιδιώτες που ζητάνε τη βοήθειά μου, μου λένε πολλές ιστορίες από τα ταξίδια τους. Έτσι νιώθω πως ταξιδεύω κι εγώ μαζί τους και μαθαίνω για τα πιο παράξενα πράγματα του κόσμου. Να, για να φανταστείς, πριν από ένα χρόνο, ένας ταξιδιώτης, μου είπε μια ιστορία για έναν πιο παράξενο άνθρωπο από εμένα. Μου είπε για έναν άνθρωπο, που είναι ο πιο δυνατός στον κόσμο. Να φανταστείς, πως παίζει τα βουνά στα χέρια του! 
Ξαφνιάστηκε ο Δάκρυς σαν άκουσε αυτά τα λόγια και του είπε: 
 
Καλά και δεν είχες την απορία να πας να τον γνωρίσεις, να τον δεις με τα μάτια σου! Να δεις, αν σου έλεγαν αλήθεια για αυτόν; Δε θέλεις να γνωρίσεις τον κόσμο με τα δικά σου μάτια; Εγώ σου προτείνω να έρθεις μαζί μου, να ταξιδέψουμε μαζί, να πάμε να βρούμε αυτόν τον άνθρωπο που παίζει τα βουνά στα χέρια. 
Ο Βασίλειος το σκέφτηκε για λίγο και τελικά αποφάσισε πως είναι ωραία ιδέα να ζήσει και αυτός τη δική του περιπέτεια. Έτσι ξεκίνησαν και οι δυο μαζί, το ταξίδι τους. Τώρα μάλιστα, είχαν και συγκεκριμένο σκοπό.  
Σε κάθε χωριό και πόλη που συναντούσαν ρωτούσαν να μάθουν που θα βρούνε τον άνθρωπο που παίζει τα βουνά στα χέρια. Οι περισσότεροι ούτε καν είχαν ακούσει γι αυτόν τον άνθρωπο, αλλά και όσοι είχαν ακούσει, δεν γνώριζαν που βρίσκεται. Οι δυο φίλοι όμως, δεν απογοητεύονταν. Συνέχιζαν να ψάχνουν και να ρωτάνε. Με την ευκαιρία, γνώριζαν ανθρώπους και τόπους. 
Κάποια μέρα, έφτασαν σε ένα μικρό χωριουδάκι. Εκεί συνάντησαν έναν καμπουριασμένο γέρο. Τον χαιρετήσανε ευγενικά και τον ρώτησαν αν γνώριζε για τον άνθρωπο, που παίζει τα βουνά στα χέρια.  
Ο γέρος χαμογέλασε και τους απάντησε, πως όχι μόνο είχε ακούσει για αυτόν, αλλά τον συνάντησε και τον είδε με τα μάτια του, να κουνάει τα βουνά. 
Οι δυο φίλοι τρελάθηκαν από την χαρά τους. Παρακάλεσαν τον γέρο να τους πει, πού θα τον βρουν. Ο γέρος που κατάλαβε, πως αυτά τα δυο παλικάρια είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι, τους εξήγησε, ότι θα πρέπει να ταξιδέψουν στα άγρια βουνά, που βρίσκονται βόρεια, για να τον βρουν. Τους έδωσε οδηγίες και τους ευχήθηκε καλό ταξίδι, καθώς τους έβλεπε να φεύγουν ενθουσιασμένοι. 
Ταξίδεψαν μέρες πολλές. Πέρασαν πόλεις και χωριά, κάμπους και βουνά, ποτάμια και ακρογιαλιές ώσπου φτάσανε στα άγρια βόρεια βουνά. Εκεί βρέθηκαν σε ένα στενό πέρασμα, ανάμεσα σε δυο πανύψηλα βουνά. Μπροστά στο πέρασμα στέκονταν ένα πανύψηλο και όμορφο παλικάρι. Το πέρασμα ανάμεσα στα δυο βουνά, ήταν τόσο στενό, που ίσα-ίσα χωρούσε άνθρωπος να περάσει ανάμεσά του. 
Ο Δάκρυς χαιρέτισε το όμορφο παλικάρι και το ρώτησε ευγενικά, τι κάνει εκεί μόνος του, σ΄ αυτά τα άγρια μέρη. 
-Α! δεν έχετε ακούσει για μένα; Με λένε Κωνσταντή, απάντησε το παλικάρι. Στέκομαι εδώ, για να βοηθώ τους ανθρώπους να περάσουν στην άλλη μεριά των βουνών. Αν δεν κρατήσω τα βουνά, οι άνθρωποι που δοκιμάζουν να  περάσουν από την χαράδρα σκοτώνονται. Μόλις φτάσουν στα μισά της χαράδρας, τα βουνά αρχίζουν να ανοιγοκλείνουν και τους συνθλίβουν τους ανθρώπους. Θα πρέπει να περάσουν από πάνω τους. Όμως, τα βουνά αυτά είναι άγρια, απότομα, παγωμένα και όσοι προσπάθησαν να περάσουν από πάνω τους, πέθαναν. Έτσι λοιπόν, εγώ τους βοηθάω. 
Θα μας βοηθήσεις κι εμάς να περάσουμε; Ρώτησε ο Δάκρυς ,που είχε μεγάλη απορία, να δει πως γίνεται αυτό. 
Αμέσως ο Κωσταντής έβαλε τα χέρια του στη σχισμή και άρχισε να σπρώχνει τα βουνά δεξιά-αριστερά. Άρχισε να τραντάζεται ο τόπος όλος σαν να γίνονταν σεισμός. Βράχια κατρακυλούσαν από τα βουνά, τα ζώα, τα πουλιά έτρεχαν τρομαγμένα. Μόλις η χαράδρα φάρδυνε αρκετά  είπε στον Δάκρυ και στον Βασίλειο να μπουν στην χαράδρα για να περάσουν απέναντι. 
Μπήκαν τα δυο παλικάρια, έκαναν μερικά βήματα μέσα στη χαράδρα και τότε ξαφνικά σταμάτησε ο Δάκρυς γύρισε προς τα πίσω και ρώτησε τον παλικάρι  τι υπάρχει στην άλλη πλευρά. 
Ο Κωνσταντής απάντησε πως δεν ήξερε τι έχει στην άλλη μεριά, αλλά φανταζόταν πως θα έχει πόλεις, χωριά ανθρώπους όπως και από αυτή τη μεριά. 
-Δεν έρχεσαι μαζί μας να πάμε και οι τρεις μαζί να γνωρίσουμε τον κόσμο; Να δούμε τι έχει και από την άλλη μεριά; Ρώτησε ο Δάκρυς. 
Ο Κωνσταντής κοντοστάθηκε λιγάκι και μετά σκέφτηκε πως ποτέ δεν είχε φύγει από εκείνο το μέρος. Ναι λοιπόν, ήρθε η ώρα να πάει και αυτός ταξίδια. Να γνωρίσει τον κόσμο. Δέχτηκε πρόθυμα, αλλά σκέφτηκε πώς θα το διασχίζανε το πέρασμα, αν δε κρατούσε τα βουνά αυτός. Ο Βασίλειος είπε «μη στεναχωριέσαι θα τα κρατάμε και οι τρεις μαζί και θα τα καταφέρουμε». Κούνησε μια απότομα το κεφάλι του και το μουστάκι του μεγάλωσε και έφτασε στον απέναντι βράχο. Ο Κωσταντής ξαφνιάστηκε. Άπλωσε και ο Δάκρυς τα δυνατά του χέρια και τα βουνά έμειναν ακίνητα στη θέση τους.  
Οι τρείς φίλοι πια, ξεκίνησαν την πορεία τους και στο δρόμο είπαν και οι τρεις την ιστορία της ζωής τους ώστε να γνωριστούν καλύτερα. 
Περπατώντας φτάσανε σε ένα πυκνό και σκοτεινό δάσος. Στο μεταξύ τελείωσαν και όλες οι προμήθειες που είχανε. Είχαν κουραστεί και συμφώνησαν να σταματήσουν για λίγες μέρες να ξεκουραστούν. Βρήκαν μέσα στο δάσος ένα εγκαταλειμμένο πέτρινο σπίτι πλάι σε ένα ποταμάκι. Σκέφτηκαν να το συμμαζέψουν λίγο και αφού είχε και νερό δίπλα, θα μπορούσαν να μείνουν λίγες μέρες εκεί να ξαποστάσουν. Τρία γερά παλικάρια στρώθηκαν στη δουλειά και τακτοποιήσαν το εγκαταλειμμένο σπίτι. Βρήκαν μέσα σ΄ αυτό ένα μεγάλο καζάνι και σκέφτηκαν πως θα μπορούσαν να βγαίνουν για κυνήγι στο δάσος για να βρίσκουν τροφή. Έτσι κι έκαναν. Φτιάξανε τόξα, βέλη, ακόντια και βγήκαν για κυνήγι. Την πρώτη μέρα πιάσανε μερικούς λαγούς, τους ετοίμασαν για μαγείρεμα και αφού φάγανε τις τελευταίες προμήθειες τους, άναψαν φωτιά να ζεσταθούν και ξάπλωσαν να κοιμηθούν. 
Την άλλη μέρα το πρωί συμφώνησαν να πάνε για κυνήγι ο Δάκρυς και ο 
Κωνσταντής. Ο Βασίλειος θα έμενε στο σπίτι να ανάψει φωτιά και να μαγειρέψει 
τους λαγούς, έτσι ώστε όταν γυρίσουν κουρασμένοι από το κυνήγι να έχουν ζεστό φαγητό.  
Έτσι έγινε λοιπόν! Ο Βασίλειος έκοψε ξύλα, άναψε μια μεγάλη φωτιά έξω από το πέτρινο σπίτι κι έβαλε πάνω στη φωτιά το καζάνι με τους λαγούς, για να τους μαγειρέψει. 
Κατά το μεσημέρι το φαγητό μέσα στο καζάνι άρχισε να μοσχομυρίζει. Τότε εμφανίστηκε μέσα από το δάσος ένα Ντέφι, ένα παράξενο ιπτάμενο πλάσμα. Αυτό το πλάσμα που το λέγανε Ντέφι ήταν σαν ένα μαυριδερό ιπτάμενο γεροντάκι που ήταν μια πιθαμή άνθρωπος, με δυο πιθαμές γένια και τρεις πιθαμές μαλλιά. Το ντέφι λοιπόν έκατσε δίπλα στο καζάνι και άρχισε να μυρίζει στον αέρα τις μυρωδιές απολαμβάνοντας. Ο Βασίλειος όταν το είδε παραξενεύτηκε, το πλησίασε, μα πριν προλάβει να πει οτιδήποτε το Ντέφι του είπε: 
Α! παλικάρι πολύ ωραία μυρίζει το φαγητό σου! Μου έσπασε τη μύτη μέσα στο δάσος που ήμουν. Έχω και μια πείνα φοβερή! Παλικάρι θέλεις να κάνουμε μια συμφωνία; Εγώ θα σε δέσω στο δέντρο με μια τρίχα από τα γένια μου και θα με αφήσεις να φάω, όσο προλάβω, μέχρι να την κόψεις και να λευτερωθείς. 
Ο Βασίλειος γέλασε πολύ όταν το άκουσε. Μα είναι δυνατόν να μη μπορώ να κόψω μια τρίχα; Πόσο θα προλάβει να φάει το Ντέφι; Σκέφτηκε. Φυσικά και δέχομαι απάντησε ο Βασίλειος, και μάλιστα επειδή δεν θα προλάβεις να φας ούτε μια κουταλιά θα σε αφήσω να φας μετά κι ένα πιάτο να μη λες πως σε άφησα και νηστικό! 
Το Ντέφι γέλασε χαιρέκακα και αμέσως έκοψε μια τρίχα από τα γένια του και τον έδεσε σφιχτά στο δέντρο που ήταν δίπλα στο καζάνι. Φουρφούρισε, πέταξε πάνω από το καζάνι άρπαξε την κουτάλα και άρχισε να τρώει λαίμαργα μέσα από το καζάνι όπου έβραζε το φαγητό, χωρίς ούτε καν να καίγεται! Τα ζουμιά έτρεχαν πάνω στα γένια του κι έσταζαν στη γη, ενώ καθώς έτρωγε έβγαζε κάτι μουγκρητά ευχαρίστησης.  
Ο Βασίλειος στο μεταξύ μόλις τον είδε να πιάνει την κουτάλα, κάνει μια κίνηση να τεντωθεί στο δέντρο για να κόψει την τρίχα, μα τίποτα. Προσπάθησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Τότε είδε πως όσο προσπαθούσε να τεντωθεί και να κόψει την τρίχα, αυτή σαν ατσαλένια πετονιά έμπαινε μέσα στο κρέας του και τον μάτωνε. Δεν το έβαζε όμως κάτω και συνέχιζε να προσπαθεί, παρ’ όλο που μάτωνε συνέχεια.  
Στο μεταξύ το Ντέφι έφαγε όλο το φαγητό που ήταν στο καζάνι, το αναποδογύρισε, έβαλε επάνω και την κουτάλα και πέταξε, γελώντας με την ψυχή του, να φύγει προς το δάσος. 
Μετά από λίγη ώρα επέστρεψαν ο Δάκρυς και ο Κωνσταντής από το κυνήγι τους, κουβαλώντας ένα ζαρκάδι που πιάσανε. Ήταν πολύ πεινασμένοι και οι δυο τους και δεν έβλεπαν την ώρα που θα κάθονταν όλοι μαζί να φάνε. Μα μόλις φτάσανε είδαν την απίστευτη εικόνα! Το καζάνι άδειο και αναποδογυρισμένο και τον φίλο τους 
 
δεμένο στο δέντρο με μια τρίχα! Τον έλυσαν αμέσως και εκείνος τους διηγήθηκε όλη την ιστορία με το Ντέφι. Πολύ παραξενεύτηκαν και οι δυο τους με όσα άκουσαν για το περίεργο πλάσμα. Όμως πεινούσαν πολύ. Χρησιμοποίησαν λίγο από το ζαρκάδι που πιάσανε κι έφτιαξαν κάτι πρόχειρο να φάνε. Ο Κωνσταντής είπε πως την επόμενη μέρα θα έμενε εκείνος στο σπίτι να μαγειρέψει και πρότεινε να πάνε για κυνήγι ο Δάκρυς και ο Βασίλειος. Είπε πως είχε μεγάλη περιέργεια να δει αν θα ξαναερχότανε το Ντέφι. Αλλά και αν ερχόταν πίστευε πως αυτός θα τα κατάφερνε καλύτερα γιατί ήταν πολύ δυνατός. 
Έτσι έγινε λοιπόν! Την άλλη μέρα ξεκίνησαν πρωί πρωί οι δυο φίλοι για κυνήγι, ενώ ο Κωνσταντής άναψε φωτιά, ετοίμασε το φαγητό, το έβαλε στο καζάνι και το έβαλε πάνω στην φωτιά. Κατά το μεσημέρι που το φαγητό ήταν σχεδόν έτοιμο, μοσχομύρισε όλο το δάσος. Τότε ακούστηκε ένα φουρφούρισμα και εμφανίστηκε το Ντέφι. Μια πιθαμή άνθρωπος, δυο πιθαμές γένια, τρεις πιθαμές μαλλιά. Έτρεχαν τα σάλια του και ρουθούνιζε τη μύτη του μυρίζοντας το νόστιμο φαγητό.  
-Γεια σου φίλε! Λέει στον Κωνσταντή. Θέλεις να κάνουμε μια συμφωνία; Εγώ θα σε δέσω με μια τρίχα από τα μαλλιά μου στο δέντρο και μέχρι να την κόψεις εσύ και να ελευθερωθείς, εγώ θα φάω όσο φαγητό προλάβω. 
Ο Κωνσταντής σκέφτηκε πως δεν θα ήταν δύσκολο να κόψει μια τρίχα, άλλωστε  είναι τόσο δυνατός που παίζει τα βουνά στα χέρια. ‘Έτσι δέχτηκε την πρόταση.  
Πραγματικά το Ντέφι έκοψε μια τρίχα από τα μαλλιά του και τον έδεσε. Πήγε γρήγορα στο καζάνι και άρχισε να καταβροχθίζει λαίμαργα, μουγκρίζοντας, το φαγητό. Τα ζουμιά έτρεχαν στα μακριά γένια του κι αυτό μούγκριζε όλο και πιο δυνατά από τη λαιμαργία του. Στο μεταξύ ο Κωνσταντής προσπαθούσε να κόψει την τρίχα που τον κρατούσε δεμένο στο δέντρο, μα όσο περισσότερο προσπαθούσε, τόσο η τρίχα έμπαινε μέσα στις σάρκες του και τον μάτωνε. Στο τέλος το Ντέφι έφαγε όλο το φαγητό, έβαλε και το χέρι του μέσα στο καζάνι να μαζέψει και τα τελευταία απομεινάρια φαγητού και μετά το έγλειψε. Αναποδογύρισε το καζάνι, έβαλε και την κουτάλα πάνω και φρρρ, πέταξε γελώντας και χάθηκε στο δάσος. 
Κατά το απόγευμα έφτασαν ο Δάκρυς με τον Βασίλειο κουβαλώντας ένα αγριογούρουνο που πιάσανε. Τι απογοήτευση όμως! Βρήκαν τον φίλο τους δεμένο στο δέντρο, ματωμένο και το καζάνι άδειο. Αμέσως κατάλαβαν τι είχε γίνει. Με ένα μαχαίρι κόψανε την τρίχα που τον κρατούσε στο δέντρο και κάθισαν απογοητευμένοι να μαγειρέψουν κάτι γρήγορο και πρόχειρο με το κρέας του αγριογούρουνου που  είχαν φέρει. 
Αφού φάγανε και ηρεμήσανε είπε ο Δάκρυς; 
-Αύριο θα μείνω εγώ να μαγειρέψω και να πάτε εσείς οι δυο για κυνήγι.  
-Ναι αλλά πρόσεξε μη ξεγελαστείς κι εσύ σαν εμάς και δεχθείς να σε δέσει το Ντέφι. Είδες πως οι τρίχες του είναι τόσο γερές που δεν μπορείς να τις κόψεις όσο δυνατός και να είσαι. Του είπαν οι δυο φίλοι. 
Την άλλη μέρα λοιπόν πρωί πρωί ξεκίνησαν ο Κωνσταντής και ο Βασίλειος να πάνε για κυνήγι. Ο Δάκρυς ετοίμασε το φαγητό με το αγριογούρουνο και το έβαλε στο καζάνι, έξω από το σπίτι να βράζει. Έκατσε αυτός κάτω από το δέντρο και έπαιζε με  τον γκιουλέ του, περιμένοντας να εμφανιστεί το Ντέφι. 
Κατά το μεσημέρι λοιπόν που μοσχομύρισε το φαγητό σε όλο το γύρω δάσος, ακούει ένα φρρρ και εμφανίζεται μπροστά του το Ντέφι. Μια πιθαμή άνθρωπος, δυο πιθαμές γένια, τρεις πιθαμές μαλλιά, μαύρο και κακομούτσουνο. 
-Ε! φίλε, του λέει, το φαγητό σου, μυρίζει πολύ ωραία. Μου έσπασε τη μύτη. Χθες και προχθές έφαγα πολύ καλά από το φαγητό σας. Νομίζω όμως πως σήμερα θα φάω καλύτερα! Θέλεις να σε δέσω με μια τρίχα μου στο δέντρο και να φάω όσο προλάβω μέχρι εσύ να λυθείς; 
-Δέχομαι την συμφωνία μόνο αν με δέσεις με όλες τις τρίχες από τα μαλλιά σου, του απάντησε ο Δάκρυς. 
Τα Ντέφι σκέφτηκε πως αυτός είναι πιο χαζός από τους φίλους του. Οι άλλοι δεν μπορούσαν να κόψουν την μια τρίχα και αυτός ο άμυαλος νομίζει πως θα καταφέρει να κόψει όλες τις τρίχες μου μαζί. Έτσι δέχτηκε τη συμφωνία. Τράβηξε λοιπόν με μιας, δυνατά και ξερίζωσε όλα τα μαλλιά του και έμεινε φαλακρό. Μετά έδεσε τον Δάκρυ στο δέντρο με όλες τις τρίχες του και φρρ πέταξε προς το καζάνι και ξεκίνησε να τρώει λαίμαργα, μουγκρίζοντας από ευχαρίστηση.  
Δεν πρόλαβε να φάει τρεις κουταλιές από το καζάνι και βλέπει τον Δάκρυ να προσπαθεί να απελευθερωθεί  από το δέντρο. Όμως οι τρίχες ήταν τόσο γερές που δεν κόβονταν! Όμως ούτε και τον μάτωναν όπως γινόταν με τους άλλους, γιατί τώρα ήταν πολλές μαζί και δεν μπορούσαν να μπουν στην σάρκα του Δάκρυ. Δεν έδωσε όμως σημασία και συνέχισε να τρώει λαίμαργα. 
Ο Δάκρυς είχε σκεφτεί λίγο πονηρά. Σκέφτηκε πως η μια τρίχα όπως είναι λεπτή κόβει την σάρκα. Αν όμως ήταν πολλές, η δύναμη που θα έβαζε θα μοιράζονταν σε όλες τις τρίχες κι έτσι δεν θα τον μάτωναν. Όπως όταν τραβάς ένα βαρύ κουβά με μια πετονιά λεπτή σου κόβει το χέρι, ενώ αν τραβάς τον ίδιο κουβά με ένα χοντρό σκοινί δεν παθαίνεις τίποτα.  
Όμως οι τρίχες ήταν στα αλήθεια πολύ γερές και όσο και αν προσπαθούσε δεν κόβονταν! Τότε σκέφτηκε κάτι άλλο. Αφού δεν κόβονταν οι τρίχες θα ξερίζωνε το δέντρο! Έτσι λοιπόν άρχισε να κουνιέται πέρα δώθε, μπρος πίσω και σε λίγο κρατς! Ξερίζωσε το δέντρο! Με το δέντρο στην πλάτη λοιπόν έτρεξε προς το καζάνι να διώξει το Ντέφι.  
Εκείνο σάστισε μόλις το είδε αυτό και του έπεσε η κουτάλα από τα χέρια. Ο Δάκρυς άρχισε με τα κλαδιά του δέντρου που κουβαλούσε να χτυπάει το Ντέφι και να μην το αφήνει να πλησιάσει στο καζάνι. Τα Ντέφι τρόμαξε με τη δύναμη του Δάκρυ και πέταξε να φύγει προς τα δάσος. Ο Δάκρυς όμως είδε κάτω στο χώμα τον γκιουλέ του.  Με το πόδι του δίνει μια κλωτσιά στον γκιουλέ και τον πετάει πάνω στο Ντέφι που ετοιμαζόταν να πετάξει μακριά για να σωθεί. Πρόλαβε όμως και το χτύπησε στο ποδάρι του και του το έσπασε. Άρχισαν να τρέχουν αίματα από το πόδι του. Έτσι λαβωμένο και νηστικό χάθηκε μέσα στο δάσος το Ντέφι. 
Ο Δάκρυς φορτωμένος το ξεριζωμένο δέντρο, έφτιαχνε γύρες, γύρω από το καζάνι για να μην ξαναεμφανιστεί το Ντέφι.  
Κατά το απόγευμα ήρθαν οι φίλοι του από το κυνήγι. Είχαν πιάσει μερικούς λαγούς και πουλιά. Καθώς πλησίαζαν όμως προς το ξέφωτο όπου ήταν το σπίτι που έμεναν, είδαν από μακριά ένα δέντρο να γυρίζει γύρω από το καζάνι. Στην αρχή φοβήθηκαν γιατί σκέφτηκαν πως ίσως εκείνο το ντέφι να βρίσκεται εκεί και να κάνει κάτι κακό. Όμως μετά σκέφτηκαν πως θα έπρεπε να βοηθήσουν τον φίλο τους τον Δάκρυ. Έτσι πήραν την απόφαση να πλησιάσουν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε κίνδυνο. 
Όταν έφτασαν κοντά και τους είδε ο Δάκρυς τους φώναξε με χαρά να έρθουν γρήγορα κοντά. Τότε αυτοί έκπληκτοι είδαν τον Δάκρυ δεμένο στο ξεριζωμένο δέντρο και το φαΐ μοσχομυρωδάτο να τους περιμένει στο καζάνι. Πήραν τα πιο κοφτερά μαχαίρια τους, έκοψαν τις τρίχες που έδεναν τον Δάκρυ και κάθισαν ευχαριστημένοι να απολαύσουν επιτέλους το φαγητό τους. Στο μεταξύ καθώς έτρωγαν, ο Δάκρυς τους διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί. 
Είδαν τριγύρω, πως υπήρχαν σημάδια από το αίμα που έσταξε από το Ντέφι. Αποφάσισαν λοιπόν, την άλλη μέρα μόλις ξημερώσει και φέξει καλά, να ακολουθήσουν τα σημάδια που άφηνε πίσω του Ντέφι, για να βρουν που μένει.  
Οι τρεις φίλοι έτσι έκαναν. Την άλλη μέρα ξεκούραστοι και χορτασμένοι ξεκίνησαν την αναζήτηση.  
Προχώρησαν αρκετή ώρα μέσα στο δάσος ακολουθώντας τα σημάδια από το αίμα. Κάποια στιγμή όμως σταμάτησαν. Δεν υπήρχαν άλλα σημάδια. Αυτοί αποφάσισαν να συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση. Μετά από αρκετά μέτρα είδαν πως τος δάσος τελείωσε. Μπροστά τους ξανοίγονταν μια μεγάλη και εύφορη πεδιάδα και στο βάθος είχε ένα βουνό και πάνω στο βουνό ένα παλάτι.  
Αποφάσισαν λοιπόν να πάνε εκεί. Μπορεί το Ντέφι να έμενε εκεί. Ακόμη κι αν δεν έμενε θα ρωτούσαν μήπως ξέρουν οι άνθρωποι του παλατιού πού μπορούν να βρουν το Ντέφι. 
Μια και δυο ξεκίνησαν τον μακρύ δρόμο τους. Νύχτα έφτασαν στο παλάτι. Δεν είχε ούτε φρουρούς ούτε τίποτα. Μπήκαν ήσυχα μέσα στο παλάτι ψάχνοντας να βρουν κανέναν άνθρωπο. 
Είδαν ένα μακρύ διάδρομο, που δεξιά αριστερά είχε σαράντα δωμάτια. Χτύπησαν την πρώτη πόρτα και από μέσα άκουσαν μια γυναικεία φωνή να λέει «Τι θες αφέντη μου;» Ρώτησαν οι τρεις φίλοι «Μήπως ξέρεις που μπορούμε να βρούμε το Ντέφι;» Η κοπέλα που ήταν μέσα στο αρχοντικό δωμάτιο απάντησε τρομαγμένη: 
-Δεν ξέρω που είναι το Ντέφι. Εμένα με έχει φυλακισμένη εδώ ο Φοβερός Δράκοντας και θα σας συμβούλευα να φύγετε γρήγορα από εδώ, γιατί αν σας βρει θα σας σκοτώσει και θα σας φάει.  
Τα τρία παλικάρια κοίταξαν μέσα από τα σιδερένια κάγκελα της βαριάς ξύλινης πόρτας και είδαν μια πανέμορφη μα κατατρομαγμένη κοπέλα. Σκέφτηκαν να χτυπήσουν στην επόμενη πόρτα και να ρωτήσουν. Μα κι εκεί έγινε ακριβώς το ίδιο. Και στις τριάντα εφτά πόρτες που χτύπησαν άκουσαν ακριβώς τα ίδια λόγια. Και στα τριάντα εφτά δωμάτια είχε πανέμορφες κοπέλες, η μια πιο όμορφη από την άλλη. 
Όταν χτύπησαν την τριακοστή όγδοη πόρτα η κοπέλα που ήταν μέσα τους απάντησε: 
-Δεν ξέρω που βρίσκεται το Ντέφι για το οποίο με ρωτάτε. Ρωτήστε  στην επόμενη πόρτα που βρίσκεται η αδελφή μου. Εκείνη ίσως να ξέρει. Μα αφού καταφέρατε να φτάσετε μέχρι εδώ χωρίς να σας σκοτώσει ο τρομερός αφέντης Δράκοντας, ίσως μπορέσετε να με ελευθερώσετε κι εμένα κι όλες τις άλλες κοπέλες. 
Τα τρία παλικάρια κοίταξαν μέσα από τα κάγκελα της βαριάς ξύλινης πόρτας και είδαν πως αυτή ήταν η πιο όμορφη κοπέλα από όλες τις όμορφες που είχαν δει πριν. Της υποσχέθηκαν πως μόλις βρουν το Ντέφι θα γυρίσουν για να την ελευθερώσουν κι αυτήν και όλες τις άλλες κοπέλες. 
Χτύπησαν την τριακοστή ένατη πόρτα μα κι εκεί η κοπέλα τους έδωσε ακριβώς την ίδια απάντηση με την προηγούμενη. Κι αυτή ήταν ακόμη πιο όμορφη από την προηγούμενη. Κατάλαβαν λοιπόν πως οι τρεις τελευταίες κοπέλες ήταν αδελφές. 
Χτύπησαν την τεσσαρακοστή πόρτα και ρώτησαν: 
-Πεντάμορφη κοπέλα, οι αδελφές σου μας είπαν πως ίσως εσύ ξέρεις να μας πεις που μπορούμε να βρούμε το Ντέφι. Αλήθεια ξέρεις να μας πεις; 
Η κοπέλα από μέσα τους απάντησε: 
-Ξέρω, αλλά θα σας πω μόνο αν με βγάλετε από εδώ. 
Τότε ο Δάκρυς είπε στην κοπέλα να φύγει πίσω από την βαριά πόρτα για να τη σπάσει. Πέταξε με δύναμη τον γκιουλέ του πάνω στην πόρτα και εκείνη έσπασε. Την έριξε κάτω και μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Αντίκρυσε την πιο όμορφη από όλες τις κοπέλες. 
Η πανέμορφη κοπέλα έμεινε έκπληκτη! Δεν ήξερε αν πρέπει να χαρεί, να φοβηθεί ή να στεναχωρηθεί! Το παλικάρι αυτό ήταν πραγματικά πολύ δυνατό, όμορφο και γενναίο. Ίσως και να μπορούσε να νικήσει το θεριό που τις είχε φυλακισμένες. Αλλά πάλι δεν ήξερε τι σκοπούς είχε αυτό το παλικάρι. 
Ο Δάκρυς που κατάλαβε τους φόβους της κοπέλας της μίλησε γλυκά και ήρεμα, καθησυχάζοντάς την. Της είπε λοιπόν πως είχε σκοπό να βρει το ντέφι και να το σκοτώσει αφού όπως φάνηκε είναι μοχθηρό και κάνει κακό στους ανθρώπους. Είπε επίσης πως θα ελευθερώσει όλες τις κοπέλες και θα απαλλάξει τους κατοίκους των γύρω περιοχών από τον φοβερό τύραννό τους. 
Η πεντάμορφη ησύχασε, τον εμπιστεύτηκε και του είπε: 
-Άκου παλικάρι μου, είναι πολύ επικίνδυνο να τα βάλεις μαζί του χωρίς να ξέρεις. Αυτό το ντέφι που μου περιγράφεις πως συνάντησες είναι ο αφέντης του κάστρου μας που μας κρατά φυλακισμένες. Στην πραγματικότητα είναι ένας φοβερός μάγος. Μπορεί να παίρνει διάφορες μορφές. Μπορεί να κάνει απίστευτα μαγικά. Μα το χειρότερο απ’ όλα είναι πως δεν μπορείς να τον σκοτώσεις με συνηθισμένο τρόπο. Όπως θα κατάλαβες εμένα μου έχει ιδιαίτερη αδυναμία γι΄ αυτό και με φυλάκισε στο δωμάτιο που είναι κοντά στο δικό του. Κάθε βράδυ που γυρίζει ζητά από εμένα να τον υπηρετώ. Έτσι κατάφερα να μάθω κάποια από τα μυστικά του, όταν μια φορά του πρόσφερα αρκετό κρασί και μέθυσε. Έμαθα λοιπόν πως ο μόνος τρόπος για να πεθάνει είναι να σφάξεις ένα περιστέρι πάνω στο μέτωπό του. Όμως θα είναι πολύ δύσκολο να τον πλησιάσεις για να το κάνεις αυτό. Μην ξεχνάς πως είναι μάγος. 
Ο Δάκρυς σκέφτηκε πως η κοπέλα έχει δίκιο. Θα έπρεπε λοιπόν να τον πλησιάσει με τρόπο τέτοιο ώστε να μην τον δει και του κάνει μαγικά. Άρα λοιπόν θα έπρεπε να τον πλησιάσει την ώρα που θα κοιμάται ώστε να μην προλάβει να αντιδράσει. 
Η πεντάμορφη συμφώνησε πως έτσι πρέπει να γίνει. Του είπε λοιπόν: 
-Εγώ θα σε βοηθήσω να τον πλησιάσεις. Εσύ θα πας να βρεις ένα περιστέρι και θα μπεις κρυφά στον πύργο όταν αυτός θα λείπει, όπως έκανες και σήμερα. Θα κρυφτείς και θα περιμένεις να βραδιάσει και να γυρίσει. Εκείνο το βράδυ εγώ θα βρω τρόπο να τον πείσω να πιει αρκετό κρασί ώστε να κοιμηθεί βαριά. Όταν κοιμηθεί θα σε ειδοποιήσω να πας. Και πρόσεχε! Αν τον δεις να έχει τα μάτια του κλειστά να ξέρεις πως είναι ξύπνιος. Αν όμως τον δεις να έχει τα μάτια του ορθάνοιχτα να ξέρεις πως κοιμάται βαριά. Τώρα όμως πρέπει να βάλουμε την πόρτα όπως ήταν πριν ώστε όταν γυρίσει να μην καταλάβει πως μπήκε κάποιος εδώ. Όταν εσύ θα είσαι έτοιμος να τον αντιμετωπίσεις θα έρθεις προσεκτικά να με ειδοποιήσεις και θα πραγματοποιήσουμε τα σχέδιά μας.  
Ο Δάκρυς συμφώνησε πως το σχέδιο ήταν πολύ καλό. Τακτοποίησαν την πόρτα ώστε να μην φαίνεται σπασμένη, πήρε τους συντρόφους του και έφυγαν βιαστικά από το κάστρο. 
Όταν απομακρύνθηκαν και κρύφτηκαν καλά, εξήγησε στους συντρόφους το σχέδιο. Οι φίλοι του υποσχέθηκαν πως αυτοί θα ψάξουν, να βρουν και να πιάσουν περιστέρια. Έτσι έγινε την άλλη μέρα. Ο Κωνσταντής και ο Βασίλειος πιάσανε δυο περιστέρια για να είναι σίγουροι και τα πήγανε στον Δάκρυ. Στο μεταξύ ο Δάκρυς φρόντισε να ακονίσει καλά το μαχαίρι του. Την επόμενη μέρα περίμεναν να φύγει το ντέφι από το παλάτι του. Τότε μπήκαν αυτοί μέσα. Άνοιξαν την πόρτα της πεντάμορφης και μπήκαν στο δωμάτιό της. Εκείνη τους παρακάλεσε να ανοίξουν και τις πόρτες από τα δωμάτια στα οποία ήταν κλειδωμένες οι αδελφές της ώστε να μπορέσει επιτέλους να τις δει από κοντά και να τις αγκαλιάσει. Έτσι έγινε, τα τρία παλικάρια άνοιξαν τις βαριές πόρτες που σφράγιζαν τα δωμάτια των κοριτσιών. Τα τρία κορίτσια μόλις βρέθηκαν μαζί αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν, συγκινήθηκαν. Συμφώνησαν να κρύψουν στα δωμάτιά τους τα τρία παλικάρια μέχρι να καταφέρει ο Δάκρυς να σκοτώσει το φοβερό ντέφι που ήταν και μάγος. 
Έτσι έγινε λοιπόν! Το βραδάκι ακούστηκε το ντέφι να μπαίνει στο παλάτι πετώντας. Μόλις μπήκε μέσα άλλαξε μορφή και πήρε τη μορφή ενός γίγαντα με μακριά μαύρα μαλλιά. Ξεκλείδωσε την πόρτα της πεντάμορφης και της ζήτησε να του στρώσει το τραπέζι και να τον περιποιηθεί. Εκείνη πρόθυμα του έστρωσε το τραπέζι, του έβαλε και μια μεγάλη κούπα κρασί και κάθισε μαζί του. Άρχισε να τον ρωτά με ενδιαφέρον πως πέρασε τη μέρα του ώστε να πιάσει κουβέντα μαζί του και να τον ξεγελάσει να πιει άφθονο κρασί. Τα κατάφερε πολύ καλά! Το ντέφι-μάγος έφαγε, ήπιε και κοιμήθηκε βαριά ευχαριστημένος και ζαλισμένος από το άφθονο κρασί που ήπιε. 
Η πεντάμορφη πήγε αμέσως και ειδοποίησε τον Δάκρυ. Του είπε να είναι πολύ προσεχτικός, να μην τον ξυπνήσει. Επίσης του θύμισε πως όταν το ντέφι έχει τα μάτια του κλειστά είναι ξύπνιο, ενώ όταν τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα και γουρλωμένα, κοιμάται βαριά. 
Ο Δάκρυς πολύ προσεχτικά μπήκε στο δωμάτιο. Άκουγε το βροντερό ροχαλητό του, μα περπατούσε στις μύτες των ποδιών κρατώντας σφιχτά το περιστέρι. Εύκολα τον πλησίασε και με μια γρήγορη κίνηση κάρφωσε το περιστέρι στο μέτωπο του θεριού. Εκείνη την στιγμή τινάχτηκε απότομα το θεριό προσπαθώντας να πιάσει τον Δάκρυ από τον λαιμό. Ο Δάκρυς όμως δεν τα έχασε αντέδρασε γρήγορα ξεφεύγοντας από τα χέρια του και καρφώνοντας ακόμη πιο δυνατά το μαχαίρι. Το θεριό αμέσως έπεσε νεκρό κάτω, παίρνοντας την μορφή του ντεφιού. 
Όταν ο Δάκρυς σιγουρεύτηκε πως το ντέφι ήταν νεκρό, φώναξε με χαρά την πεντάμορφη και τους συντρόφους του. Ελευθέρωσαν όλες τις φυλακισμένες κοπέλες και έστησαν ένα μεγάλο γλέντι για να γιορτάσουν την ελευθερία τους. 
Μετά από αυτό αποφάσισαν να παντρευτούν και να ζήσουν στο κάστρο, στην πολιτεία του ντεφιού, κυβερνώντας την δίκαια και με σύνεση. Ο Δάκρυς παντρεύτηκε την πεντάμορφη και οι φίλοι του παντρεύτηκαν τις δυο αδελφές της πεντάμορφης. Οι υπόλοιπες κοπέλες ήταν πια ελεύθερες να γυρίσουν στις οικογένειές τους και να διαδώσουν σε όλη τη χώρα τα ευχάριστα νέα.  
Ο Δάκρυς όμως δεν ξέχασε την μάνα του! Έστειλε στρατιώτες να φέρουν την μάνα του στο κάστρο και να ζήσει πια ήσυχη κοντά τους.  
‘Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! 

ΤΕΛΟΣ

γιαγιά Ευνίκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η Μαρούλα